Ποιους αφορά

Οι μακροχρόνια άνεργοι άνω των 45 με χαμηλά τυπικά προσόντα συνιστούν μια ομάδα, μια κατηγορία εργαζομένων που πλήγεται σοβαρά.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων ως ποσοστό του συνόλου των ανέργων αυξαίνεται συνεχώς. Δεδομένου ότι το επίδομα ανεργίας στην Ελλάδα χορηγείται μόνο για 12 μήνες, είναι προφανές ότι αποκλείονται απo αυτό οι μακροχρόνιοι άνεργοι. Μετά το 12μηνο το μόνο επίδομα που υπάρχει είναι το «επίδομα μακροχρονίως ανέργων», η χορήγηση του οποίου περιορίζεται σε 12 μήνες με δυνατότητα ανανέωσης. Ουσιαστικά όμως δεν αφορά όλους του μακροχρόνια ανέργους αλλά μόνο όσους πληρούν μια σειρά προϋποθέσεων.

Τεράστιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν με την επαγγελματική τους αποκατάσταση και συνεπώς τη συνταξιοδότηση τους και οι άνεργοι άνω των 45 ετών, εφόσον έχουν να ανταγωνιστούν νέους με εξαιρετικές σπουδές, φιλοδοξίες και έντονη διάθεση για δουλειά.

Μεταξύ του 2008 και 2011, στην Ήπειρο μεγάλη ποσοστιαία μεταβολή της ανεργίας παρατηρείται στα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα, μεταξύ 45-64 ετών (110,8% ή 2.282 άτομα) . Πολύ πιθανόν λόγω έλλειψης επαγγελματικής εμπειρίας και κατάρτισης, στις νεαρές ηλικίας τα άτομα αντιμετωπίζουν περισσότερα προβλήματα για την ανεύρεση απασχόλησης. Ταυτόχρονα και τα πιο 'ώριμα άτομα' είναι πιο ευάλωτα σε περίοδο ύφεσης και λιγότερο ανταγωνιστικά. Για ορισμένα επαγγέλματα παρατηρούνται δυσκολίες προσαρμογής του εργατικού δυναμικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της αγοράς εργασίας. Επομένως αποτελούν ομάδες πληθυσμού για τις οποίες επιθυμητό θα ήταν να δοθεί κάποια προτεραιότητα στα προγράμματα κατάρτισης για τη μείωση της ανεργίας (Πηγή: Κυριακή Αθανασούλη – «Πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο της απασχόλησης κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας και επάγγελμα 2008-2011»).

Ο αριθμός των μονογονεϊκών οικογενειών και των τριών τύπων - από χηρεία, από διαζύγιο ή από επιλογή - αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς και στην Ελλάδα. Ο αριθμός των διαζυγίων στην Ελλάδα ακολουθούσε αυξητική πορεία, με το ποσοστό το 2011 να είναι κατά 11,4% υψηλότερο από αυτό του 2010. τα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2010 της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν πως ο κίνδυνος φτώχειας των νοικοκυριών με έναν γονέα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 33,4%, τη στιγμή που ο αντίστοιχος δείκτης για τα νοικοκυριά με δύο γονείς και ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 21,6%. Οι κοινωνικές παροχές είναι πολύ περιορισμένες για την κατηγορία αυτή των οικογενειών. Επτά στις δέκα γυναίκες - αρχηγοί μονογονεϊκών οικογενειών στην Ήπειρο είναι άνεργες.